ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ. 1983 «εικόνες που αναδύονται» στο Athenaum Intercontinental του Δάκη Ιωάννου. Η έκθεση εκπροσωπεί κυρίως τη γενιά του 70 σ ένα διεθνή διάλογο και αναπτύσσει τα θεμέλια και τα περιγράμματα της ανήσυχης γενιάς του 80. Η έκθεση που επιμελήθηκε η Εφη Στρουζα θέτει ερωτήματα, φιλοσοφικές και καλλιτεχνικές επαναξιολογήσεις. Εισάγει ένα δυναμισμό στην έως τότε στάση που είχε διαμορφωθεί, σε ότι είχε εδραιωθεί.
Την έκθεση αυτή την κατανοώ ως σύμπτωμα μιας αλλαγής, ως μια εξέλιξη που είχε πρόθεση να βάλει τέλος στην πολιτισμική μας παθογένεια. Πρότεινε θέσεις στα τεκταινόμενα και στις στρατηγικές του παγκόσμιου γίγνεσθαι.
Το ψευδαισθησιαστικο εφε της σχολής Μονάχου, η κυριαρχία της υπαίθρου και οι παραδόσεις της μαστοριάς είναι σήμερα η βιομηχανοποίηση της τέχνης και αυτή η εμπορία, η κινητήρια δύναμη της συντηρητικής όχθης που καταγγέλλει ότι νέο ως «απανθρωποποιηση» Νομίζω όμως ευθύνεται ότι δεν άντεξε. Ευθύνεται γιατί δεν είχε διαμορφώσει το ανάλογο πνευματοκρατικό ανάστημα. Η επιδίωξη του καινούργιου, με σκοπό την καινοτομία μας οδηγεί σε άκαρπους νεωτερισμούς, σε εκθέσεις μιμητικές –αντιφεγγίσματα των προτάσεων του ιδρύματος Δ.Ε.Σ.Τ.Ε. που επί μια δεκαετία διευθύντρια και ουσιαστικά υπεύθυνη των προτάσεων και του πολιτισμικού σχεδιασμού του ήταν η τεχνοκριτικός Εφη Στρουζα.
Οι αλήθειες μου οδοιπορικό στη μνήμη μου και οι μικροί διάλογοι αυτές τις αλήθειες καταγράφουν αφαιρώντας ότι θα μπορούσε αδιέξοδα να τις ματαιώσει. Σκοπός μου η κατανόηση του σήμερα. Του δικού μας κόσμου. Οι υπάρχουσες μορφές της ψηφιακής τεχνολογίας, βιοτεχνολογίας, θεωρίας του χάους, τέχνης, ποίησης, ηθικής, είναι λειτουργίες της πραγματικότητας μας. Μ αυτή την πραγματικότητα θα συνομιλήσει ο καλλιτέχνης και θα επαναπροσδιοριστεί. Νομίζω ότι τα νέα αιτήματα θα αποτελέσουν και το πιο σημαντικό ρήγμα στην ιστορία της τέχνης.
Πέντε νέοι εικαστικοί, η Ελένη Δημητροπούλου, η Δήμητρα Ερμείδου, η Πωλίνα Ζιώγα, η Αθηνά Ρομπιέ και η Ευτυχία Τζανετουλάκου, καταθέτουν στον διάλογο τις απόψεις τους για τη χρήση των ψηφιακών μέσων στην τέχνη.
ΧΡΗΣΤΟΣ Ν. ΘΕΟΦΙΛΗΣ
Ελένη Δημητροπούλου: «στις δυτικές κοινωνίες ο χρόνος είναι χρήμα και ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η τηλεόραση. Αυτό το βλέπουμε κυρίως από την εξαρτησιακή της σχέση με τη διαφήμιση όπου το μήνυμα καθορίζεται από τον χρόνο, ο οποίος με τη σειρά του καθορίζεται από το χρήμα. Στον αντίποδα η βιντεοτέχνη κάνει διαφορετική χρήση του χρόνου. Χρησιμοποιώντας κοινά μέσα και κοινή τεχνολογία με την τηλεόραση, πρωτίστως επιλέγει το μήνυμα και ακολουθεί – υπηρετεί ο χρόνος. Συχνά αναρωτιέμαι για το πώς και κατά πόσο η χρήση του χρόνου σχετίζεται με την αίσθηση για το ωραίο. Βρίσκω όμως και πολύ ενδιαφέρον το πώς αυτό ποιοτικά μεταφράζεται σε κριτική παρακολούθηση αντίθετα με την άκριτη μίμηση της τηλεόρασης. Άλλωστε η ειδοποιός διαφορά έγκειται τελικά στην πρόθεση του δημιουργού που θέλει να επικοινωνήσει κάτι, σε έναν ή εκατομμύρια ανθρώπους. Η πρόθεση προϋπάρχει του μέσου και η ψηφιακή τεχνολογία ως μέσο επικοινωνίας δεν κάνει διακρίσεις. Μέσω του διαδικτύου π.χ. μπορεί να εκτεθεί ένα ψηφιακό έργο καθώς επίσης και ένας μεγάλος αριθμός απτών έργων. Η σημασία είναι περισσότερο βαρύνουσα στο γιατί παρά στο πώς. Σήμερα που έχουμε δει καλογυρισμένα σόου να μεταδίδονται ως αληθινά γεγονότα που συμβαίνουν αυτή τη στιγμή δηλ. σε πραγματικό χρόνο, καλό είναι να αποκατασταθεί στο μυαλό όλων μας μεταφραστικά αλλά και εννοιολογικά ότι η virtual reality δεν είναι εικονική δηλ. μη πραγματική πραγματικότητα αλλά δυνητική δηλ. εν δυνάμει (π.χ. το δέντρο είναι δυνητικά παρών μέσα στο σπόρο).»
Δήμητρα Ερμείδου: «η τέχνη που χρησιμοποιεί ψηφιακά μέσα οικειοποιείται το ίδιο λεξιλόγιο και αντίστοιχους ρυθμούς με τον κόσμο της Εικόνας και της Πληροφορίας, προκειμένου να ερευνήσει και να εκφράσει τη σύγχρονη κατάσταση. Η τεχνολογία αλλάζει τις σχέσεις πραγματικού και εικονικού στη ζωή μας, κάτι που με απασχολεί ιδιαίτερα στο έργο μου. Η πραγματικότητα αλλάζει σε μεγάλο βαθμό μέσα από τη γλώσσα της εικόνας και της πληθώρας των εικόνων, που δεν αντιμετωπίζουμε πια ως αληθινές. Αυτό αποτελεί μια βασική φιλοσοφική εκκίνηση για τη δουλειά μου. Χρησιμοποιώντας το μέσο της φωτογραφίας σε συνδυασμό με τις τεχνολογικές δυνατότητες του ηλεκτρονικού υπολογιστή, εστιάζω κυρίως στην υποκειμενική και εικονική της διάσταση, ώστε να φτάσω σε ένα αποτέλεσμα που δεν αποτελεί μία αντιγραφή της πραγματικότητας, αλλά μία ανασύνθεση του ορατού που τείνει προς το φανταστικό. Τα ψηφιακά εργαλεία ενισχύουν μια εικαστική προσέγγιση, που αξιοποιεί τις λειτουργίες της ψευδαίσθησης και των δεύτερων αναγνώσεων της εικόνας. Η εξερεύνηση μιας κρυμμένης ή ευρύτερης αλήθειας είναι το νήμα που συνδέει όλα μου τα έργα και σε αυτό η τεχνολογία έχει φανεί πολύτιμος σύμμαχος. Επιμένω ωστόσο πως ο καλλιτέχνης έχει πάντα τον πρώτο και τελευταίο λόγο, γι αυτό ένα καλό έργο πείθει πάντοτε για τις προθέσεις του, ανεξάρτητα από το πώς είναι φτιαγμένο.»
Πωλίνα Ζιώγα: «η χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή στην τέχνη δεν αποτελεί τη φιλοσοφική λίθο για γρήγορα και «εύκολα» αποτελέσματα. Όπως δεν είναι ζωγραφική τέχνη κάθε μουτζούρωμα που κάνουμε σε ένα κομμάτι χαρτί, δεν είναι και φωτογραφική ή ψηφιακή τέχνη κάθε εικόνα που λαμβάνουμε π.χ. με μια κάμερα από το κινητό μας. Ένας εικαστικός μπορεί να χρησιμοποιήσει καμβά, φωτογραφικό χαρτί, μια οθόνη, το διαδίκτυο ή οποιοδήποτε άλλο μέσο, ανάλογα με το τί εξυπηρετεί καλύτερα τις ανάγκες της εικόνας του, την αίσθηση που θέλει να δημιουργήσει και το μήνυμα που θέλει να μεταδώσει. Όλα αυτά δεν είναι παρά υλικά και κάδρα με συγκεκριμένες ιδιότητες και διαστάσεις, ιστορία και σημειολογία. Για μένα προσωπικά κανένα μέσο δεν είναι αυτοσκοπός. Ωστόσο η αποφασιστική στροφή μου στη χρήση των νέων μέσων προέκυψε από την ανάγκη μου να χρησιμοποιήσω ως πρωτογενή ύλη, απεικονιστικό ψηφιακό υλικό από το εσωτερικό του σώματός μου. Η ελαχιστοποίηση της σωματικότητας, μου προσφέρει τη δυνατότητα της αποδόμησης του συναισθηματικού φορτίου, της μετάπλασης του υλικού μου με ποιητική ελευθερία και τελικά της δημιουργίας ά-χρονων και ά-χωρων τόπων-τοπίων. Οι εικόνες μου είναι αναφορά και αναπαραγωγή ενός τεχνητού και ήδη εικονικού κόσμου, όπου η κλίμακα δε μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα, το φυσικό αντικαθίσταται με το τεχνητό και αντίστροφα, καθώς και η αλήθεια με την αληθοφάνεια.»
Αθηνά Ρομπιέ: «Το ενδιαφέρον του εικαστικού μου έργου στράφηκε από νωρίς στην απόδοση χώρων οικείων με διάθεση αφαιρετική, επιλέγοντας να κρατήσω κάθε φορά μόνο τα πιο αναγνωρίσιμα στοιχεία. Στοιχεία που αντλούσα όχι μόνο από την δομική κατασκευή αυτών των χώρων αλλά και από τα αποτυπώματα που αφήνουν σε αυτούς η παρουσία των αντικειμένων και των ανθρώπων. Έτσι, χώρος, αντικείμενα, άνθρωποι γίνονται ένα ενιαίο, καινούργιο πεδίο. Μορφοπλαστικά δούλευα χρησιμοποιώντας μάσκες, που γέμιζα με πλακάτα χρώματα. Στην πορεία όμως, το αποτέλεσμα έτεινε να καταργεί ολοένα και περισσότερο την υλικότητα των μέσων μου, ώσπου χρησιμοποιώντας τα ψηφιακά, μου παρουσιάστηκαν νέες δυνατότητες. Αντί για λάδια και ακρυλικά, άρχισα να γεμίζω τις μορφές και τις φόρμες μου με κολλάζ φωτογραφιών και παράλληλα επανέφερα μια πιο αφηγηματική διάθεση, χωρίς όμως να καταργείται η ενότητα και το επίπεδο της εικόνας. Η μετάβαση από τα αρχικά, ζωγραφικά μου μέσα στα νέα, τα ψηφιακά έγινε σταδιακά, όχι σαν αυτοσκοπός αλλά με γνώμονα την υπηρεσία του τελικού αποτελέσματος. Δεν καταργώ κανένα μέσο, αλλά προσθέτω και εμπλουτίζω την «παλέτα» μου νέες τεχνικές και εργαλεία.»
Ευτυχία Τζανετουλάκου: «με τον όρο ψηφιακή τέχνη, εννοείται η παραγωγή-επεξεργασία έργων με τη χρήση του Η/Υ σε συνδυασμό με τα κατάλληλα λογισμικά προγράμματα. Όλο αυτό έχει σαν συνέπεια την διεύρυνση των καλλιτεχνικών τρόπων έκφρασης χρησιμοποιώντας ως μέσο τα εργαλεία ψηφιακής τεχνολογίας. Χρειάστηκαν περίπου τρεις δεκαετίες πειραματισμού και τεχνολογικής εξέλιξης, μέχρι να φτάσουμε στο σημερινό αισθητικό επίπεδο και να εδραιωθεί ως αυτόνομο και αξιόλογο καλλιτεχνικό είδος. Ξεκινώντας με τον παραδοσιακό τρόπο ζωγραφικής, εικονογραφώντας σε χαρτί, με τέμπερες και πινέλα και ερχόμενη η ίδια μετέπειτα σε επαφή (θέλοντας και μη, λόγω εργασίας) με τα τεχνολογικά μέσα, αποφάσισα ότι το ψηφιακό περιβάλλον με πήγαινε πολύ μακρύτερα στο να εκφραστώ εικαστικά. Τα ερωτήματα που τίθενται και οι ανησυχίες κάθε φορά, είναι πολλές! Είναι τα ψηφιακά έργα, καλλιτεχνικά? Ποιά η αξία τους? Ερωτήματα που δεν θα απαντήσω, προτιμώ να παραμένω στην θέση που βρίσκομαι, να εκφράζομαι μέσα από την οθόνη μου και να έχω ανησυχίες για το ψηφιακό μου τελάρο και την έκβαση του έργου μου. Πολλές εικόνες, μια λέξη.»